Έλληνες πρόσφυγες και μετανάστες (Μέρος 2ο)

Τα παιδιά που έμεναν πίσω

Τραγική πτυχή στην υπόθεση της μετανάστευσης των Ελλήνων στη Γερμανία αποτέλεσαν τα παιδιά τους, που ήταν αναγκασμένοι να αφήσουν πίσω, με τους παππούδες και τις γιαγιάδες ή σε κάποια θεία, ακόμα και σε μακρινό συγγενή. Τραύματα ανεξίτηλα άφησε η ιστορία αυτή και στα παιδιά και στους γονείς. Τα παιδιά, που κάποια από αυτά καλά- καλά δεν θυμόνταν τους γονείς, πάσχιζαν να είναι υπόδειγμα. Οι δε γονείς, που τα έβλεπαν να μεγαλώνουν μέσα από τις φωτογραφίες, «ξεγελούσαν» τον εαυτό τους, με την παρηγοριά πως ό,τι έκαναν ήταν για το δικό τους καλό.

Συγκινητικές είναι και οι ιστορίες των γυναικών, που έμεναν, συνήθως πολλές μαζί, σε ένα δωμάτιο, όπου κάθε βράδυ, μετά τη δουλειά, έκλαιγαν απαρηγόρητες, τα πρώτα χρόνια. Έπρεπε, όμως, να αντέξουν.

«Οσμιζόμασταν τα ρούχα της μητέρας, όταν την νοσταλγούσαμε»

Μία από τις τρεις κόρες της οικογένειας Ζαχαράκη, η Ιωάννα από τη Χρυσομηλιά Καλαμπάκας, γεύτηκε από μικρή την πίκρα που ένιωσαν τα παιδιά των μεταναστών που έμειναν πίσω.

«Ήμουν μόλις οκτώ ετών, όταν η μητέρα μας, Σοφία Ζαχαράκη, έφυγε για τη Γερμανία, για να εργαστεί σε εργοστάσιο σοκολάτας στο Άαχεν, μαζί με τη θεία μου. Θυμάμαι ακόμα και σήμερα ότι παρακαλάγαμε να πάνε όλα καλά εκεί στη Γερμανία, ώστε να μπορέσει η μητέρα μας να γυρίσει στο σπίτι. Κάθε φορά που τη νοσταλγούσαμε πηγαίναμε στην ντουλάπα για να οσμιστούμε τη μυρωδιά των ρούχων της», αφηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Ιωάννα Ζαχαράκη, που σήμερα ζει στο Σόλινγκεν της Γερμανίας.

Και συνεχίζει, με δάκρυα στα μάτια: «Η μόνη μας παρηγοριά, τα γράμματα και οι φωτογραφίες που παίρναμε. Και εμείς στέλναμε τις δικές μας, όλο χαμόγελα, για να μην καταλάβουν τη στεναχώρια μας. Στο πίσω μέρος των φωτογραφιών ιχνηλατούσαμε τα χεράκια μας για να δει η μητέρα πόσο μεγαλώσαμε».

Τις δουλειές του σπιτιού τις είχαν αναλάβει -εξ” ολοκλήρου- οι τρεις αδελφές, παιδούλες ακόμη. Ζύμωναν, κουβάλαγαν ξύλα, φρόντιζαν και τον παππού, που ήταν άρρωστος. Από 14 ετών, η Ιωάννα αναγκάστηκε να ζήσει μόνη της στην Καλαμπάκα, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές της. Τον Οκτώβριο του 1981, ταξίδεψε μόνη της με το τραίνο «Ακρόπολη», για να πάει στους γονείς της, στη Γερμανία.

Το πάθος της να ανταμείψει τους κόπους και τις θυσίες που έγιναν γι” αυτήν, την οδήγησε στο να σπουδάσει γερμανική φιλολογία και κοινωνιολογία. Σήμερα, διδάσκει στα πανεπιστήμια του Μπόχουμ και του Ντίσελντορφ, έχοντας εξειδικευτεί σε θέματα μετανάστευσης και διαπολιτισμικότητας.

Έχει στο ενεργητικό της πολλά συγγράμματα, ενώ τώρα είναι σε εξέλιξη ένα πρόγραμμά της, για μαθητές ηλικίας 10-13 ετών, που ήδη εφαρμόζεται στο πειραματικό σχολείο του Σόλινγκεν.

«Το πρόγραμμα αυτό, που απευθύνεται όχι μόνο στους μαθητές, αλλά και στους γονείς και τους δασκάλους, έχει ως στόχο την ανατροφή των αξιών εκείνων που θα ενισχύσουν το σεβασμό προς το συνάνθρωπο, ένα θέμα που απασχολεί ιδιαίτερα τη γερμανική κοινωνία», τονίζει η κα Ζαχαράκη, εκφράζοντας την ελπίδα να μεταφερθεί το πρόγραμμα και στην Ελλάδα, που τώρα έχει γίνει χώρα υποδοχής μεταναστών.

Η Ιωάννα Ζαχαράκη, εκλέγεται, εδώ και δέκα χρόνια, δημοτικός σύμβουλος στην πόλη του Σόλινγκεν, ενώ είναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής του Δικτύου Ελλήνων Αιρετών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Ένα από τα επονομαζόμενα παιδιά «βαλίτσα», θυμάται

Τα παιδικά του χρόνια τα θυμάται ως ένα ατέλειωτο «πήγαινε-έλα», μεταξύ Ελλάδας-Γερμανίας. Ο λόγος για τον Σεβαστό Σαμψούνη, αντιπρόεδρο της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων Γερμανίας και ιδιοκτήτη του εκδοτικού οίκου «Grossenwahn Verlag Frankfurt Am Main», στη Φρανκφούρτη.

Την πρώτη φορά που τον άφησαν οι γονείς του στη γιαγιά του, στο Τυχερό Έβρου, απ΄ όπου κατάγονταν ο πατέρας, ήταν μόλις τριών μηνών. Ακολούθησαν άλλες επτά μετοικήσεις. Τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού τις τελείωσε στο Τυχερό, τις υπόλοιπες στο Ντάρμσταντ, ενώ στη διάρκεια του Γυμνασίου υποχρεώθηκε ν” αλλάξει τρεις διαφορετικές πόλεις στην Ελλάδα. Λύκειο τελείωσε στη Φρανκφούρτη.

«Ο πατέρας ήρθε στη Γερμανία το 1963 και αρχικά δούλεψε σε ανθρακωρυχείο του Έσσεν. Η μητέρα ήρθε αργότερα, το 1965, όταν αποφάσισαν να εγκατασταθούν στο Ντάρμσταντ, όπου και γεννήθηκα», εξιστορεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Σεβαστός Σαμψούνης. «Ανήκω στα παιδιά δεύτερης γενιάς, τα επονομαζόμενα και «παιδιά βαλίτσα», αφού πέρασα όλη μου την παιδική ηλικία, με μια βαλίτσα στο χέρι» μας λέει και συνεχίζει: «Μεγαλώσαμε χωρίς να γνωρίζουμε καλά τους γονείς μας. Μου έλειπε πολύ η οικογένεια. Τη στοργή των γονιών μου την αναπλήρωνε η οικογένεια της θείας μου, την οποία φώναζα μαμά. Όταν έλεγαν τα ξαδέλφια μου ότι δεν είναι δική μου (μαμά), αλλά δική τους, και πως η δική μου ήταν στη Γερμανία, έκλαιγα. Δεν μπορούσα τότε να καταλάβω γιατί έπρεπε συνεχώς η μητέρα μου να είναι κάπου αλλού και όχι μαζί μου. Ξέρετε ότι, το κάθε παιδί χρειάζεται μία ιδιαίτερη φροντίδα και όσο να σε προσέχουν, ούτε οι γιαγιάδες ούτε οι θείες μπορούν να αναπληρώσουν την αγκαλιά της μητέρας και του πατέρα».

Σήμερα, στα 44 του χρόνια, ο Σεβαστός συναισθάνεται ότι αυτά που έζησε ήταν μία αναγκαιότητα, αν και πολλές φορές, στο παρελθόν, κατηγορούσε τους γονείς του για όσα περνούσε.

«Τα χρόνια εκείνα, τα νέα ζευγάρια, παρ” όλες τις δεσμεύσεις που είχαν, έκαναν οικογένεια και παιδιά, όπως άλλωστε όλοι οι Έλληνες, αλλά και οι άλλης εθνικότητας μετανάστες στη Γερμανία. Πίστευαν πως θα έμεναν μόνο για λίγα χρόνια στην Γερμανία και πως θα επέστρεφαν γρήγορα πίσω, γι΄ αυτό και έστελναν τα παιδιά τους στην Ελλάδα σε παππούδες και θείους, προκειμένου να πάνε σε ελληνικό σχολείο και να μην αποκοπούν από την ελληνική πραγματικότητα. Προσωπικά, μετά τα 16 μου χρόνια άρχισα να δένομαι με τους γονείς μου», μας λέει.

Τελικά, ο Σεβαστός κατάφερε «να σταθεί» στα πόδια του και, όπως εξομολογείται, η ευαισθησία αυτή των παιδιών του χρόνων διοχετεύτηκε στο γράψιμο και τη ζωγραφική. Ξεκίνησε από τα 13 του χρόνια, γράφοντας στίχους -δύο έγιναν και τραγούδια λαϊκά- αλλά δεν συνέχισε. Το 1995, εξέδωσε μία ποιητική συλλογή, «Η ακολουθία της Αλώσεως», με δικά του σχέδια και πολύ αργότερα, το 2005, εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα «Η επικίνδυνη συνήθεια να αισθάνομαι», από της εκδόσεις Β. Κυριακίδη. Το 2009, εικονογράφησε ένα παιδικό βιβλίο της γνωστής συγγραφέως, Ελένης Τσακμάκης, μετανάστρια και αυτή στη Γερμανία. Αυτό που θα επιθυμούσε ο κ. Σαμψούνης, είναι να προβάλλει, μέσα από τον εκδοτικό του οίκο, τα έργα συγγραφέων, που γράφουν στα γερμανικά, έχοντας μεγαλώσει ανάμεσα σε δύο πατρίδες.

«Οι άνθρωποι αυτοί έχουν να πούνε πολλά σε σχέση με όλους τους άλλους, που έχουν μεγαλώσει με μία πατρίδα, μία οικογένεια. Προσωπικά, αισθάνομαι σήμερα υπέροχα που είχα αυτή την τύχη. Δυστυχώς, κάποια από τα παιδιά που μεγάλωσαν, όπως εγώ, δεν κατάφεραν ποτέ να ισορροπήσουν, κάνοντας ακόμα και λάθος επιλογές», λέει ο Σεβαστός.

Ανάμεσα σε δυο πατρίδες

Γεννήθηκε στην Κολονία, από πατέρα Έλληνα, από την Καβάλα και μητέρα Γερμανίδα. Ο 39χρονος, σήμερα, δημοσιογράφος Εμμανουήλ Γκόγκος, ασχολήθηκε ειδικότερα, τα τελευταία χρόνια, με το θέμα της μετανάστευσης των Ελλήνων, συναισθανόμενος ο ίδιος την ανάγκη να ανατρέξει στις ρίζες του.

Με δική του πρωτοβουλία συγκεντρώθηκε ένα μεγάλο φωτογραφικό αρχείο, από τα πρώτα χρόνια των Ελλήνων στη Γερμανία. Το υλικό αυτό αποτέλεσε και τη βάση της έκθεσης «Ελληνική μετανάστευση στη Γερμανία 1960-1980», την οποία επιμελήθηκε ο ίδιος, για λογαριασμό του Κέντρου Τεκμηρίωσης και του Μουσείου DOMiD, της Κολωνίας.

«Πατρίδα μου είναι η Γερμανία, αγαπώ πολύ όμως και την Ελλάδα», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο κ. Γκόγκος, ο οποίος έχει σπουδάσει γερμανική φιλολογία και φιλοσοφία.

«Η έκθεση αυτή -προσθέτει- ήταν ένα χρέος προς τον πατέρα μου και προς όλους τους Έλληνες, που ήρθαν στη Γερμανία προσωρινά, έγιναν όμως αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής κοινωνίας».

Η φωτογραφική έκθεση παρουσιάζει τη διαδρομή των Ελλήνων μεταναστών από τα καπνοχώραφα της φτωχής μεσογειακής χώρας στις γραμμές παραγωγής των γερμανικών εταιρειών, από τον ευρύ οικογενειακό κύκλο στη μοναξιά των εργατικών εστιών, από τις συναισθηματικά φορτισμένες σκηνές αποχαιρετισμού έως τη σταδιακή εγκατάσταση στη «δεύτερη πατρίδα».

Σελίδα 5 από 5 Προηγούμενη

Έλληνες πρόσφυγες και μετανάστες (Μέρος 1ο) (Φωτο-Βίντεο)

Κείμενο: Δ. Ριμπά

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.